καἰετός

αἰετός , ἀετός
eagle
masc nom sg (epic doric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • καιετός — καιετός, ὁ (Α) βλ. καιάδας. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. καιάδας] …   Dictionary of Greek

  • καιετοί — καιετός a pit masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καιετούς — καιετός a pit masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καιάδας — Βάραθρο που βρισκόταν κοντά στην αρχαία Σπάρτη. Σε αυτό έριχναν τα πτώματα των καταδικασμένων σε θάνατο κακούργων και τους αιχμαλώτους πολέμου. Ορισμένοι τον ταυτίζουν με τους Αποθέτας, όπου οι Σπαρτιάτες πετούσαν τα ανάπηρα ή καχεκτικά βρέφη. Η… …   Dictionary of Greek

  • CAEADAS — Graece Καιάδας,, barathrum erat prope Lacedaemonem, in quod malesicos conicere soliti erant; quemadmodum in Messeniacis Pausan. memorat, Aristomenem εἰς τὸν Καιἁδαν, in Caeadam, coniectum et ibi triduum commoratum, per sublustres> tenebras… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • καιετάεις — καιετάεις, εσσα, εν (Α) [καιετός] ο γεμάτος χάσματα, ρωγμές τής γης ή βάραθρα («Λακεδαίμονα καιετάεσσαν», Ομ. Οδ.) …   Dictionary of Greek

  • ξυνωνία — ξυνωνία, ιων. τ. ξυνωνίη, ἡ (Α) [ξυνών] σύλλογος, εταιρεία, συντροφιά («ἀλώπηξ καἰετὸς ξυνωνίην ἔμειξαν», Αρχίλ.) …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.